Papagiannis et al. v. Industrial Training Authority, Supreme Court of Cyprus (19 June 1992, Case No. 652/89 & 676/89)
The case Papagiannis et al. v. Industrial Training Authority concerns the recruitment process for three Industrial Training Officer (2nd class) positions at the Cypriot Industrial Training Authority. One female applicant was unable to attend the required written examination because she had been admitted to a private clinic for a medical procedure that resulted in a miscarriage. The Director of the Authority permitted her to sit the exam separately at a later date. However, the General Secretary of the industrial manufacturing employees’ union objected to this decision claiming that this arrangement breached the principles of equality and impartiality in the hiring process. Both the Selection Advisory Committee and the Authority’s Management Board subsequently decided to exclude the applicant from further consideration. The issue before the Supreme Court was whether the principle of equality was violated because the applicant was given the opportunity to sit a separate examination as a result of her medical issue or, to the contrary, whether the Authority’s decision to exclude her from candidacy under said conditions resulted in her unequal treatment. The Court held that the applicant’s exclusion because she separately sat the written examination in her specific circumstances amounted to unequal treatment. The separate sitting was necessitated by the biological capacity to be pregnant and reproduce. Based on this rationale, the Court found that the decision of the Authority’s director to make special arrangements for separate examinations restored the principle of equality. To the contrary, the subsequent decision of the Committee was unjust towards the applicant. The Court later added that any concerns about the integrity of the applicant’s separate examination could have been addressed through practical arrangements. In reaching this conclusion, the Court relied on, among other sources, Article 28 of the Constitution and the United Nations Convention on the Elimination of All Forms of Discrimination against Women (CEDAW), ratified by Law 78/85. The appeals were upheld with costs and the decision of the Authority was annulled.
Η υπόθεση Παπαγιάννης και Άλλη ν. Αρχής Βιομ. Καταρτίσεως αφορά τη διαδικασία πρόσληψης τριών υπαλλήλων βιομηχανικής καταρτίσεως (2ης τάξης) στην Αρχή Βιομηχανικής Καταρτίσεως της Κύπρου. Μία υποψήφια δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στις απαιτούμενες γραπτές εξετάσεις, επειδή είχε εισαχθεί σε ιδιωτική κλινική για ιατρική επέμβαση που είχε ως αποτέλεσμα αποβολή. Η διευθύντρια της Αρχής της επέτρεψε να συμμετάσχει στις εξετάσεις σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Ωστόσο, ο γενικός γραμματέας του συνδικάτου των εργαζομένων στη βιομηχανική παραγωγή αντιτάχθηκε στην απόφαση αυτή, υποστηρίζοντας ότι η ρύθμιση αυτή παραβιάζει τις αρχές της ισότητας και της αμεροληψίας στη διαδικασία πρόσληψης. Τόσο η συμβουλευτική επιτροπή επιλογής όσο και το διοικητικό συμβούλιο της Αρχής αποφάσισαν στη συνέχεια να απολαύσουν την υποψήφια από την περαιτέρω διαδικασία. Το ζήτημα που τέθηκε ενώπιον του δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου ήταν αν παραβιάστηκε η αρχή της ισότητας επειδή δόθηκε στην υποψήφια η δυνατότητα να συμμετάσχει σε ξεχωριστή εξέταση λόγω του ιατρικού της προβλήματος ή, αντίθετα, εάν η απόφαση της Αρχής να την αποκλείσει από την υποψηφιότητα υπό τις εν λόγω συνθήκες είχε ως αποτέλεσμα την άνιση μεταχειριση της. Ο δικαστής έκρινε ότι ο αποκλεισμός της υποψήφιας λόγω του ότι συμμετείχε ξεχωριστά στη γραπτή εξέταση λόγω των ειδικών περιστάσεων της περίπτωσής της συνιστούσε άνιση μεταχείριση. Η ξεχωριστή εξέταση ήταν απαραίτητη λόγω της βιολογικής διαφοράς μεταξύ ανδρών και γυναικών, δηλαδή της ιδιότητας του φύλου να μπορεί να κυοφορήσει και να αναπαράγει το ανθρώπινο είδος. Βάσει της λογικής αυτής, ο δικαστής έκρινε ότι η απόφαση της διευθύντριας της Αρχής να προβεί σε ειδικές ρυθμίσεις για ξεχωριστή εξέταση αποκαθιστούν την αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι η ίση μεταχείριση των άνισων είναι εξίσου απαράδεκτη με την άνιση μεταχείριση των ίσων. Αντίθετα, η μεταγενέστερη απόφαση της Επιτροπής ήταν άδικη έναντι της προσφεύγουσας. Ο δικαστής πρόσθεσε στη συνέχεια ότι τυχόν ανησυχίες σχετικά με την ακεραιότητα της χωριστής εξέτασης της προσφεύγουσας θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί με πρακτικές ρυθμίσεις. Για να καταλήξει στο συμπερασμα του, ο δικαστής βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 28 του Συντάγματος και στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών, που κυρώθηκε με τον νόμο 78/85. Οι προσφυγές πέτυχαν με έξοδα και η απόφαση της Αρχής ακυρώθηκε.